ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΕΝΑΝ ΒΡΙΚΟΛΑΚΑ 40 ΧΡΟΝΩΝ

Η λατρεία μου για το μυθιστόρημα «Συνέντευξη με έναν βρικόλακα» της Anne Rice και για την ομώνυμη ταινία σε σκηνοθεσία Neil Jordan είναι λίγο ή πολύ γνωστή σε όσους με ξέρουν. Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια μικρή παρουσίαση του βιβλίου και της ταινίας που έγραψα για την ιστοσελίδα Fantasy Gate πριν μερικά χρόνια. Η ανα-δημοσίευση γίνεται με αφορμή την επέτειο των 40 χρόνων από την έκδοση του μυθιστορήματος στις 5 Μαΐου 1976 και περιέχει νέες πληροφορίες που πρόεκυψαν μετά την αρχική δημοσίευση του άρθρου.

ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
IWTVcoverΣτη «Συνέντευξη με έναν βρικόλακα», το πρώτο μυθιστόρημα της σειράς «Τα χρονικά των βαμπίρ», o Λουί περιγράφει τις εμπειρίες του ως βρικόλακας σε έναν νεαρό ρεπόρτερ που συλλέγει παράξενες ιστορίες. Η «συνέντευξη» εξελίσσεται σε ένα άδειο δωμάτιο της οδού Ντιβισαντέρο στο Σαν Φρανσίσκο και αποτελεί την εξομολόγηση ενός πλάσματος που βρίσκεται σε αέναο πόλεμο με την ανήθικη πλευρά της ύπαρξής του και που αναζητά ασταμάτητα τη λύτρωση και τη συγχώρεση.

Η αρχική σύλληψη για την ιστορία πρόεκυψε στα τέλη της δεκαετίας του ’60 όταν η Anne Rice παρακολουθούσε μαθήματα δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ. Στο πλαίσιο αυτού του μαθήματος γεννήθηκε το διήγημα «Συνέντευξη με έναν βρικόλακα» το οποίο είχε ωστόσο αρκετές διαφορές με το μυθιστόρημα που δημοσιεύτηκε λίγα χρόνια αργότερα. Η ιδέα προέκυψε από την επιθυμία της Rice να κατανοήσει τα συναισθήματα ενός πραγματικού βρικόλακα. Ήθελε να δει τη ζωή μέσα από τα μάτια ενός τέτοιου πλάσματος και να θέσει τις ερωτήσεις που το ίδιο θα έθετε. Πώς θα βίωνε ένας βρικόλακας το πέρασμα από τη θνητή στην αθάνατη ζωή; Τι επιπτώσεις θα είχε αυτή η αλλαγή στον ψυχισμό του; Πώς θα συμπεριφερόταν στο περιβάλλον γύρω του;

Το διήγημα, που ήταν γύρω στις τριάντα σελίδες, γράφτηκε και ξαναγράφτηκε πολλές φορές από τη Rice για να ολοκληρωθεί οριστικά τον Αύγουστο του 1973. Ένα χρόνο πριν η συγγραφέας έχασε την πεντάχρονη κόρη της, Michelle, από λευχαιμία, μια εμπειρία που τη διέλυσε συναισθηματικά και την οδήγησε στην κατάθλιψη και τον αλκοολισμό. Η Rice σε μια προσπάθεια να βγει από αυτό το τέλμα στα τέλη του 1973 άρχισε να εργάζεται ξανά στην ιστορία του πρώιμου διηγήματος. Στο σημείο αυτό, η πλοκή άρχισε να λαμβάνει διαστάσεις που ξεπερνούσαν το διήγημα και έτσι σιγά σιγά γεννήθηκε η «Συνέντευξη» όπως τη γνωρίσαμε. Όταν η συγγραφέας άρχισε να περιγράφει τα συναισθήματα του Λουί για τον θάνατο του αδερφού του αλλά και τη μετέπειτα σχέση του με την Κλόντια, ανακάλυψε ότι η συγγραφή της παρείχε έναν τρόπο να εξορκίσει τη δική της θλίψη. Πολύ σύντομα η ζωή των βαμπίρ που περιέγραφε απόκτησε ψυχολογικές διαστάσεις που την απομάκρυναν από τη μέχρι πρότινος μονοδιάσταση προσέγγιση των βρικολάκων, που χαρακτήριζε παλαιότερες ιστορίες του είδους.

Εικόνα της Κλόντια από το ομώνυμο graphic novel του 2012, όπου παρουσιάζεται η ιστορία από την οπτική της ίδιας.

Εικόνα της Κλόντια από το ομώνυμο graphic novel του 2012, όπου παρουσιάζεται η ιστορία από την οπτική της ίδιας.

Ο Λουί υπήρξε ο εκφραστής όλων των ερωτήσεων, των φόβων και των προσδοκιών που είχε η ίδια η συγγραφέας ενώ η μικρή Κλόντια ήταν το δοχείο που χρησιμοποίησε η Rice για να εξωτερικεύσει τον πόνο της απώλειας της κόρης της. Η ιστορία του Λουί – μια άκαρπη αναζήτηση για εξιλέωση μέσα από κενά θρησκευτικά σύμβολα – αντιπροσώπευε την ίδια την κατάσταση της Rice εκείνη την εποχή. Όταν τελείωσε τη συγγραφή του μυθιστορήματος, βίωσε μια λυτρωτική κάθαρση που τη βοήθησε να ξεπεράσει την απάθεια και την κατάθλιψη που την ταλαιπωρούσε από τότε που έχασε την κόρη της. Η ιστορία του Λουί τη βοήθησε επίσης να θίξει και άλλες πτυχές της ζωής της, όπως την εμπειρία της να μεγαλώνει στη Νέα Ορλέανη από μια καθολική οικογένεια Ιρλανδών μεταναστών, τον αλκοολισμό που ταλαιπώρησε τη μητέρα της αλλά και τον πρόωρο θάνατό της όταν η συγγραφέας ήταν μόλις οχτώ χρονών.

Συνοπτικά, το βιβλίο διηγείται τις περιπέτειες του αθάνατου Λουί, το πως έγινε βρικόλακας το 1791 από τον βρικόλακα Λεστάτ, τις εμπειρίες από την κοινή τους ζωή στη Νέα Ορλέανη, την εμφάνιση της Κλόντια στη ζωή τους, του μικρού κοριτσιού που οι δύο βρικόλακες καταδίκασαν για πάντα να ζει εγκλωβισμένο στο σώμα ενός παιδιού, το πέρασμα του Λουί και της Κλόντια στον Παλαιό Κόσμο, την αναζήτησή τους για άλλους αθανάτους και τις συνέπειες που είχε αυτή η ανακάλυψη στις ζωές τους.

Η εξομολόγηση του Λουί δεν αποτελεί το τέλος της ιστορίας που επινόησε η φαντασία της Anne Rice, αλλά μόνο την αρχή. Θα ακολουθήσουν άλλα οχτώ μυθιστορήματα που θα ολοκληρώσουν τη σειρά «Τα χρονικά του βαμπίρ» και άλλα δύο συμπληρωματικά στη σειρά. Το τελευταίο μυθιστόρημα «Blood Canticle» θα δημοσιευτεί το 2003 με ένα αρκετά αμφιλεγόμενο τέλος που θα προκαλέσει έντονες αντιδράσεις.

Το 2012 κυκλοφόρησε από τη Yen Press ένα graphic novel με την έγκριση της Anne Rice, όπου παρουσιάζεται η ιστορία που γνωρίσαμε στο βιβλίο από την οπτική της μικρής Κλόντια. Παρόλο που το graphic novel δεν κατάφερε να ξεπεράσει τον εαυτό του, αποτέλεσε μια καθόλα έντιμη προσπάθεια.

Η ΤΑΙΝΙΑ
IWTVfilmposterΤο Νοέμβριο του 1994 και έπειτα από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες δεκαοχτώ χρόνων, θα κυκλοφορήσει η κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος. Παρά τις έντονες αντιδράσεις που προκάλεσε η επιλογή του Τομ Κρουζ στο ρόλο του Λεστάτ, η ταινία αποδείχθηκε ιδιαίτερα πετυχημένη σημειώνοντας πολύ καλές εισπράξεις και κερδίζοντας κοινό και κριτικούς. Η ίδια η Rice, που είχε αρχικά αποδοκιμάσει έντονα την επιλογή του Αμερικανού ηθοποιού, δήλωσε εντυπωσιασμένη από την ερμηνεία του και έσπευσε εκ των υστέρων να αποδώσει τα εύσημα στον πρωταγωνιστή και τους παραγωγούς της ταινίας για την επιλογή τους. Εξίσου εντυπωσιασμένη δήλωσε και με την επιλογή του Μπραντ Πιτ που κατάφερε να αποδώσει εξαίσια το βάθος των συναισθημάτων του εύθραυστου Λουί αλλά και με τις υποκριτικές ικανότητες της νεαρής Κίρστεν Ντανστ που ενσάρκωσε μοναδικά την Κλόντια.

Η συγγραφέας μόλις είδε για πρώτη φορά την ταινία στον κινηματογράφο κυριολεκτικά κατέρρευσε. Όλη η αγωνία, όλες οι προσπάθειες τόσων χρόνων, όλα όσα υπέφερε και όσα έπαιρναν σάρκα και οστά μπροστά στα μάτια της, επιτέλους αποκτούσαν υπόσταση. Παρά το γεγονός ότι υπήρχαν κάποιες διαφοροποιήσεις από το βιβλίο και κάποιες σκηνοθετικές επιλογές με τις οποίες δεν ήταν απολύτως σύμφωνη, το απότελεσμα ήταν τόσο εντυπωσιακό που τελικά πείστηκε για το όραμα του Ιρλανδού σκηνοθέτη Νιλ Τζόρνταν και έκτοτε δεν έπαψε στιγμή να επαινεί το έργο του και την αφοσίωση που έδειξε στο όραμά της. Εξίσου ευγνώμων ήταν και με τον παραγωγό Ντέιβιντ Γκέφεν που της είχε αρχικά υποσχεθεί ότι θα σεβαστεί απόλυτα το έργο της, υπόσχεση που φαίνεται να τήρησε στο έπακρο.

Η ANNE RICE ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
Η «Συνέντευξη με έναν βρικόλακα» έχει μεταφραστεί δύο φορές στα ελληνικά. Με αφορμή την ταινία, τo 1994, οι εκδόσεις Bell κυκλοφόρησαν μια φθηνή έκδοση τσέπης με τον ατυχή μάλλον τίτλο «Συνέντευξη με το Βαμπίρ». Η μετάφραση παρότι έχανε σε αρκετά σημεία απέδωσε σε ικανοποιητικό βαθμό τη μαγεία του πρωτοτύπου. Η συγκεκριμένη έκδοση σήμερα είναι πιθανότατα εξαντλημένη.

Το 2011 οι εκδόσεις Anubis ήρθαν να καλύψουν το κενό στην ελληνική βιβλιογραφία, κυκλοφορώντας μια νέα, πιο σύγχρονη μετάφραση που κινείται πολύ κοντά στην πρωτότυπη γραφή της Anne Rice. Από τις εκδόσεις Αnubis κυκλοφόρησε πρόσφατα και το δεύτερο βιβλίο της σειράς «Ο Βρικόλακας Λεστάτ», το πιο σημαντικό βιβλίο ίσως των «Χρονικών των βαμπίρ» με μια εξίσου καλοδουλεμένη μετάφραση από τη μεταφράστρια του πρώτου βιβλίου, Ειρήνη Παϊδούση.

Άλλα έργα της Αnne Rice που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά είναι το «Μέμνοχ ο διάβολος», το πέμπτο βιβλίο των «Χρονικών», η «Πανδώρα», που ανήκει στις «Νέες ιστορίες των βαμπίρ» και συνδέεται άμεσα με τα «Χρονικά», και «Ο υπηρέτης των οστών», που πρόκειται για ένα διαφορετικό μυθιστόρημα φαντασίας. Και τα τρία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Λιβάνη, οι οποίες τελείως αψυχολόγητα επέλεξαν να μεταφράσουν το πέμπτο βιβλίο των «Χρονικών» χωρίς να λάβουν υπόψη τους τον τρόπο με τον οποίο συνδέονται όλα τα βιβλία μεταξύ τους. Πιθανότατα η επιλογή του εν λόγω εκδοτικού οίκου στέρησε τη δυνατότητα σε αρκετούς Έλληνες αναγνώστες να γνωρίσουν και να αγαπήσουν ουσιαστικά το έργο της Anne Rice.

Μακάρι στο μέλλον η Anne Rice να γνωρίσει καλύτερη μεταχείριση από τους Έλληνες εκδότες. Σίγουρα η προσπάθεια των εκδόσεων Anubis δημιουργεί ελπίδες για μια τέτοια μεταχείριση! Ελπίζουμε, λοιπόν, να δούμε σύντομα στα ράφια των ελληνικών βιβλιοπωλείων και τα υπόλοιπα βιβλία της σειράς, καθώς και άλλους τίτλους από την Anne Rice, όπως την εξίσου εντυπωσιακή σειρά βιβλίων γύρω από τη ζωή και τις περιπέτειες της οικογένειας μάγων Mayfair.

Κινηματογραφικά trivia

  • To 2002 κυκλοφόρησε η ταινία «Η Βασίλισσα των καταραμένων», η οποία έμελλε να στιγματιστεί από τον τραγικό θάνατο σε αεροπορικό δύστυχημα της νεαρής τραγουδίστριας Aaliyah, που ενσάρκωνε τη θρυλική βασίλισσα Akasha. Η ταινία που δανείστηκε στοιχεία από το δεύτερο και τρίτο βιβλίο των «Χρονικών» δεν έφερε τη σφραγίδα της Anne Rice αλλά ούτε και θεωρήθηκε ποτέ άξια συνέχεια της «Συνέντευξης με έναν βρικόλακα» του Jordan. Πρόκειται μάλλον για μια ατυχή προσπάθεια του Χόλιγουντ να προσεγγίσει ένα σαφώς νεαρότερο κοινό, τη γενιά κυρίως του MTV, χωρίς καμία ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία.
  • Τον Οκτώβριο του 2011, σε συνέντευξη που παραχώρησε η συγγραφέας στο πλαίσιο του Cheltenham Festival, ενός εκ των πιο αναγνωρισμένων λογοτεχνικών φεστιβάλ της Μεγάλης Βρετανίας, αποκάλυψε ότι βρισκόταν σε συζητήσεις με τον James Cameron για την κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος «H Μούμια: Ραμσής ο Καταραμένος». Οι συζητήσεις όμως «ναυάγησαν» μετά από την τεράστια επιτυχία του «Τιτανικού».
  • Στην ίδια συνέντευξη, η Rice επίσης αποκάλυψε ότι βρίσκεται σε συζητήσεις για την οπτικοποίηση της τέταρτης ταινίας των «Χρονικών»: «The Tales of the Body Thief». Τον Αύγουστο του 2014 ανακοινώθηκε επίσημα ότι τα δικαιώματα για τη μεταφορά των «Χρονικών» δόθηκαν στη Universal. words-to-countΥπάρχει ήδη η προοπτική για μια πρώτη ταινία, το σενάριο της οποίας θα υπογράφει ο Christopher Rice, μοναχογιός της Anne Rice.
  • Τον Οκτώβριο του 2014 κυκλοφόρησε το ενδέκατο βιβλίο στη σειρά των «Χρονικών»: «Prince Lestat». Το βιβλίο επιδίωξε να εισάγει τα «Χρονικά» σε μια νέα γενιά αναγνωστών. Για λόγους που δεν είναι της παρούσας, το βιβλίο δυστυχώς απέτυχε σε πολλά επίπεδα.
Leave A Comment