Η ΨΥΧΟΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΠΟΛΗ

Ψυχογεωγραφία (psychogeography): πολιτικό κίνημα, λογοτεχνικό ρεύμα, νεοεποχίτικη πρακτική, avant garde τεχνική ή αστικό παιχνίδι; Τι απ’ όλα αυτά είναι η ψυχογεωγραφία; Η ετυμολογία του όρου μαρτυρά μια άρρηκτη σύνδεση της ψυχολογίας με τη γεωγραφία. Με ποιον τρόπο όμως ακριβώς επιχειρείται αυτή η σύνδεση και σε ποιο πλαίσιο επιτυγχάνεται;

Προσπαθώντας να συνοψίσουμε τις προεκτάσεις της θα λέγαμε γενικά ότι η ψυχογεωγραφία είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος πειραματισμού και βίωσης του αστικού τοπίου που θέλει το άτομο ενεργό μέρος αυτού, οδηγώντας το σε ιδιόμορφες αλλά ουσιαστικές περιπλανήσεις μέσα στο αστικό περιβάλλον. Στόχος της ψυχογεωγραφίας είναι να μεταμορφώσει την αστική ζωή, τόσο για αισθητικούς όσο και πολιτικούς λόγους. Η λέξη κλειδί στη μελέτη αυτής της ιδέας, όπως μαρτυρά και ο παραπάνω ορισμός, είναι η λέξη “άστυ”. Για καλύτερη κατανόηση του όρου θα βοηθούσε να τοποθετούσαμε δίπλα στον όρο “ψυχογεωγραφία” το επίθετο αστική προσδιορίζοντας επακριβώς τα χωροταξικά της όρια.

ΠΡΟΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΟΡΟΥ

Potlatch_1954_1957_L8

Εξώφυλλο του περιοδικού των Λετριστών “Potlatch”

Η ψυχογεωγραφία ταυτίστηκε αρχικά με τη θεωρία και τη δράση μιας ομάδας Γάλλων αριστερών διανοούμενων, γνωστών ως Καταστασιακών, που έδρασε τις δεκαετίες του 1950 και 1960 στη γαλλική πρωτεύουσα. Κύριος στόχος της οργάνωσης ήταν να μεταμορφώσει την καθημερινότητα σε έργο τέχνης διαταράσσοντας την ανοία και την επαναληψιμότητα που είναι έμφυτη στον σύγχρονο τρόπο ζωής. Ο όρος “ψυχογεωγραφία” εμφανίστηκε πρώτη φορά το 1953 σε άρθρο του Ivan Chtcheglov[1] στο περιοδικό “Potlatch” των Λετριστών, μιας ομάδας καλλιτεχνών με σουρεαλιστικές καταβολές που αποτέλεσε προπομπό της Καταστασιακής Διεθνούς (Internationale situationniste). To 1955 o Γκι Ντεμπόρ, ιδρυτικό μέλος της Καταστασιακής Διεθνούς, στο άρθρο του Introduction à une critique de la géographie urbaine[2], ορίζει την ψυχογεωγραφία ως “την ακριβή μελέτη των κανόνων και των ιδιαίτερων επιδράσεων του γεωγραφικού περιβάλλοντος, συνειδητά οργανωμένων ή μη, στα συναισθήματα και τη συμπεριφορά των ατόμων”.

H προσέγγιση των Καταστασιακών και συγκεκριμένα του Ντεμπόρ ήταν σε σημαντικό βαθμό πολιτική καθώς σκοπό είχε να μεταμορφώσει την καθημερινότητα και να εναντιωθεί στη μαζική κουλτούρα. Ο Ντεμπόρ υπήρξε ιδιαίτερα προστατευτικός ως προς τη χρήση του όρου καθώς θεωρούσε ότι αυτός πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο στο πλαίσιο που αναφέρεται στους σκοπούς και τη δράση των όσων ο ίδιος και το κίνημά του πρέσβευαν. Όπως όμως συμβαίνει με κάθε ιδέα, πολύ σύντομα η ψυχογεωγραφία ξέφυγε από τα υπερπροστατευτικά χέρια των δημιουργών της και χρησιμοποιήθηκε σε ευρύτερο πλαίσιο. Σήμερα ο όρος βρίσκει πλείστες εφαρμογές και αποτελεί αντικείμενο μελέτης μιας σειράς διαφορετικών κατευθύνσεων, όπως οι κοινωνικές επιστήμες, η αρχιτεκτονική, η ψυχολογία, η λογοτεχνική κριτική, οι εφαρμοσμένες τέχνες κ.λπ.

ΟΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΨΥΧΟΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ

Σύμφωνα με τον Merlin Coverley[3], οι ρίζες της ψυχογεωγραφίας είναι ακόμα πιο παλιές και βρίσκονται στη λογοτεχνία. Είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μάλιστα με την ιστορία δύο πόλεων: του Λονδίνου και του Παρισιού.

Daniel Defoe, o λογοτεχνικός πατέρας της Ψυχογεωγραφίας

Daniel Defoe, o λογοτεχνικός πατέρας της Ψυχογεωγραφίας

Ο λογοτεχνικός “πατέρας” της ψυχογεωγραφίας φέρεται να είναι ο Άγγλος μυθιστοριογράφος Ντάνιελ Ντιφόου (1660-1731), γνωστός περισσότερο για το έργο του Ροβινσώνας Κρούσος (1719). Είναι ο πρώτος που επιχείρησε μια ψυχογεωγραφική αναπαράσταση του Λονδίνου στο έργο Ημερολόγιο της χρονιάς της πανούκλας (1722). Πρόκειται για μια πρώιμη μορφή ιστορικού μυθιστορήματος που εξιστορεί τον πανικό που επικράτησε στο Λονδίνο το έτος 1665 όταν ξέσπασε επιδημία πανούκλας. Στο έργο του Ντιφόου το Λονδίνο μετατρέπεται σε ένα αχανές λαβυρινδώθες σύμπαν γεμάτο μυστήριο, παρόμοιο με αυτό που θα συναντήσουμε αργότερα στα αστικά γοτθικά μυθιστορήματα από δημιουργούς όπως οι Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον (1850-1894) και Άρθουρ Μάχεν (1863-1947).

Αν ο Ντιφόου είναι ο πρώτος λογοτέχνης στο έργο του οποίου βρίσκουμε ψυχογεωγραφικά ψήγματα, ο πρώτος ίσως που ασχολήθηκε πρακτικά με την ψυχογεωγραφία είναι ο Άγγλος δοκιμιογράφος Τόμας ντε Κουίνσυ (1785-1859). Περιπλανώμενος στο Λονδίνο υπό την επήρεια ουσιών ο ντε Κουίνσυ υπήρξε ο πρώτος ψυχογεωγράφος που κατέγραψε στο χαρτί τις “υπερβατικές” του εμπειρίες μέσα στην πόλη αρκετό καιρό πριν την εμφάνιση των σουρεαλιστών και των ντανταϊστών. Οι Εξομολογήσεις ενός Άγγλου οπιοφάγου (1821), το πιο διάσημο έργο του συγγραφέα, είναι και εκείνο που αποτελεί το πιο λαμπρό πρώιμο δείγμα καταγραφής ψυχογεωγραφικών περιπλανήσεων.

Ο flâneur ΚΑΙ ΟΙ ΨΥΧΟΓΕΩΓΡΑΦΙΚΕΣ  ΤΟΥ ΒΟΛΤΕΣ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΤΟΥ 19ΟΥ ΑΙΩΝΑ

Η ψυχογεωγραφία έχει επίσης ταυτιστεί με τον flâneur, τον “αργόσχολο” Παριζιάνο αστό-διαβάτη που πρώτος εισήγαγε στη διανόηση τον δέκατο ένατο αιώνα ο Σαρλ Μπωντλαίρ (1821-1867) στο έργο του Τεχνητοί Παράδεισοι (1860). Δύσκολα μπορεί να αποδώσει κανείς με έναν ενιαίο ορισμό όλα όσα αντιπροσωπεύει ο flâneur. Πρόκειται για έναν ράθυμο χαρακτήρα που περνά τον ελεύθερο χρόνο του κάνοντας βόλτες ή για μια καλλιτεχνική μορφή που αντιδρά περιπατητικά στα ερεθίσματα γύρω της; Με όποιον τρόπο και αν επιλέξουμε να περιγράψουμε τον flâneur αυτό που παραμένει πάντα το ίδιο, σύμφωνα με τη Rebecca Solnit[4], είναι η εικόνα του μοναχικού παρατηρητή που κάνει βόλτες στο Παρίσι.

Gustave Caillebotte. Paris Street, Rainy Day, 1877

Gustave Caillebotte. Paris Street, Rainy Day, 1877

Ο flâneur δεν αποτελεί κατ’ εξοχήν δημιούργημα του Γάλλου συγγραφέα παρόλο που έχει ταυτιστεί κατά βάση με το όνομά του. Εφευρέθηκε και οικειοποιήθηκε ως όρος μετέπειτα από τον Μπωντλαίρ, αφού πρώτα εντοπίστηκε από τον ίδιο στο διήγημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε (1809-1849) Ο άνθρωπος του πλήθους. Γραμμένο το 1840, το διήγημα αποτελεί μια από τις πρώτες προσπάθειες εισαγωγής του πλήθους ως συμβόλου της σύγχρονης πόλης. Το διήγημα ξεκινά με τον αφηγητή να βρίσκεται καθισμένος σε μια καφετέρια του Λονδίνου και να κοιτά νωχελικά το πλήθος που περνά έξω από το παράθυρο. Ώσπου την προσοχή του κεντρίζει ένας άνδρας με παράξενο παρουσιαστικό, τον οποίο και αποφασίζει να ακολουθήσει. Ακολουθεί μία ασταμάτητη “καταδίωξη” από άκρη σε άκρη του Λονδίνου, η οποία έρχεται σε τέλος μόλις ο αφηγητής αποφασίζει να αντιμετωπίσει τον άγνωστο άνδρα κατά πρόσωπο. Προς μεγάλη του όμως έκπληξη και δυσαρέσκεια, ο άνδρας μόλις που δείχνει να αντιλαμβάνεται την παρουσία του αφηγητή και συνεχίζει ακάθεκτος το δρόμο του. Ο αφηγητής νικημένος συμπεραίνει ότι αυτός ο άνθρωπος που χάνεται μέσα στο πλήθος είναι αναμφισβήτητα η χειρότερη μορφή εγκληματία που γέννησε αυτή η πόλη. Το άρθρο είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα της ανησυχίας του ανθρώπου του δέκατου ένατου αιώνα μπροστά στις ριζικές αλλαγές που βλέπει να συντελούνται γύρω του. Η φιγούρα της ανωνυμίας που γεννά το πλήθος αποτέλεσε μια πολύ σημαντική διαπίστωση του Πόε, που επηρέασε πολλούς συγχρόνους και μεταγενέστερούς του συναδέλφους.

Στο δοκίμιο Ο ζωγράφος της μοντέρνας ζωής (1863), ο Μπωντλαίρ επηρεασμένος από την εικόνα αυτή του άνδρα μέσα στο πλήθος, δημιουργεί τη δική του φιγούρα την οποία συνδέει με το Παρίσι του δέκατου ένατου αιώνα, που αντιμετώπιζε παρόμοιες αλλαγές και προκλήσεις με το Λονδίνο. Ο flâneur του Μπωντλαίρ είναι ένας εξιδανικευμένος “ήρωας” που κινείται σαν φάντασμα στους παριζιάνικους δρόμους, μια μορφή που μετά βίας μπορούμε να ορίσουμε και να αποκωδικοποιήσουμε. Και αυτό γιατί μέσα από τον flâneur μοιάζει να αντικατοπτρίζεται ο ίδιος ο δέκατος ένατος αιώνας, με όλες τις ανησυχίες, τις προκλήσεις και τις υποσχέσεις που αυτός γέννησε.

Ο όρος του flâneur έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής τον εικοστό αιώνα μέσα από το έργο του Γερμανού μαρξιστή φιλοσόφου Βάλτερ Μπένγιαμιν (1892-1940), όταν ταυτίστηκε με την εμπειρία στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον. Μέσα στο πλαίσιο της ψυχογεωγραφίας, ο όρος πήρε νέες διαστάσεις. Σύμφωνα με τον Μπένγιαμιν[5], ο flâneur ήταν μια τραγική φιγούρα καταδικασμένη να διαβρωθεί από τους καταναλωτικούς μηχανισμούς της πόλης που τον δημιούργησε. Η πτώση αυτή ήρθε μοιραία όταν το καπιταλιστικό σύστημα εξαπλώθηκε στην περιφέρεια όλου του Παρισιού και οι ράθυμοι περίπατοι στο άστυ αντικαταστάθηκαν με τις βόλτες για αγορές. Η εμφάνιση δε των εμπορικών κέντρων επέφερε το τελικό χτύπημα στη νοσταλγική αυτή φιγούρα. Σε μια πόλη που όλα κινούνταν με ταχύτατους ρυθμούς, τι θέση είχαν πια οι αργόσχολοι περιπατητές;

ΨΥΧΟΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

Ο νυχτερινός ουρανός του Μανχάταν από τον σουρεαλιστή καλλιτέχνη Salvador Dali

Ο νυχτερινός ουρανός του Μανχάταν από τον σουρεαλιστή καλλιτέχνη Salvador Dali

Κι αν ο flâneur των Μπωντλαίρ και Μπένγιαμιν υπήρξε παθητικός και ράθυμος παρατηρητής της αστικής εμπειρίας, οι Σουρεαλιστές και άλλα σχετικά avant-garde καλλιτεχνικά ρεύματα του Μεσοπολέμου ήταν εκείνοι που ουσιαστικά πρώτοι ταύτισαν την ψυχογεωγραφική εμπειρία με την πραγματική πόλη. Χρησιμοποιώντας το Παρίσι του Μεσοπολέμου ως καμβά για τα “πειράματά” τους, οι Σουρεαλιστές αξιοποιούσαν τα ερεθίσματα που τους παρείχε η πραγματική πόλη για να καταδυθούν μέσω του ασυνειδήτου τους σε μια άλλη φανταστική. Τετριμμένα αντικείμενα και συνήθειες γεννημένες στα πλαίσια της σύγχρονης ζωής, ειδώμενα μέσα από την υποκειμενική λειτουργία των συνειρμών έπαιρναν αλλόκοσμες και απρόσμενες διαστάσεις.

Η συγκεκριμένη πρακτική κατάδυσης στο ασυνείδητο μέσα από το περπάτημα στην πόλη εμφανίζεται στα κείμενα δύο εκ των πιο σημαντικών εκπροσώπων του γαλλικού Σουρεαλισμού. Συγκεκριμένα, στο έργο Νάντια του Αντρέ Μπρετόν (1896-1966) και στο Το χωριό μου το Παρίσι του Λουί Αραγκόν (1897-1982). Πρόκειται για δύο μυθιστορήματα με ελλιπή στοιχεία συνοχής, που αποτελούν ουσιαστικά ψυχογεωγραφικές καταγραφές που προκύπτουν από περιπάτους στις γειτονιές του Παρισιού γεμάτους απρόσμενα γεγονότα και εκπλήξεις. Μέσα από τα μάτια του παρατηρητή-περιπατητή η πόλη μεταμορφώνεται και παρουσιάζεται σε όλο της το μεγαλείο, αποκτώντας μυθικές διαστάσεις.

ΨΥΧΟΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΚΦΡΑΣΤΕΣ ΤΗΣ

Από τις προεκτάσεις της ψυχογεωγραφίας δεν θα μπορούσαν να μείνουν ανεπηρέαστοι και πολλοί σύγχρονοι καλλιτέχνες στα έργα των οποίων βρίσκουμε πολλά στοιχεία από τη συγκεκριμένη θέαση του αστικού τόπου και χρόνου.

Μία από τις πιο αναγνωρισμένες “σχολές” που είναι υπεύθυνη σε σημαντικό βαθμό για την αναβίωση και τον επαναπροσδιορισμό του όρου στις μέρες μας είναι η London Psychogeographical Association (LPA) που έδρασε στη δεκαετία του 1990. Η LPA, που πρωτοεμφανίστηκε το 1957 στο πλαίσιο της Καταστασιακής Διεθνούς, αναβίωσε περίπου 35 χρόνια μετά με επίκεντρο το Ανατολικό Λονδίνο. Πολλοί καλλιτέχνες συνδέθηκαν με την ομάδα αυτή με πιο σημαντικό εκπρόσωπο ίσως τον performance καλλιτέχνη Stewart Home. Η δράση, οι συνεργασίες και οι ακριβείς καλλιτεχνικές συνεισφορές των μελών της, πραγματικών και μη, καλύπτονται με ένα πέπλο μυστηρίου ενισχύοντας την underground ύπαρξη της οργάνωσης.

Η LPA έγινε ευρύτερα γνωστή κυρίως μέσα από το έργο του συγγραφέα/κινηματογραφιστή Iain Sinclair, ο οποίος συνδέθηκε άρρηκτα με το ψυχογεωγραφικό κίνημα. Ο 71χρονος Iain Sinclair κατέγραψε στο χαρτί και σε φιλμ το μυστικιστικό Λονδίνο μέσα από ψυχογεωγραφικούς περιπάτους στη βρετανική Μητρόπολη. Από τα πιο χαρακτηριστικά projects στα οποία εργάστηκε είναι τα Lights Out for the Territory (1997) και London Orbital (2002). Άλλοι σύγχρονοι συγγραφείς γνωστοί για τη σύνδεσή τους με την ψυχογεωγραφία είναι οι J. G. Ballard, Peter Ackroyd και Will Self, καθώς και ο κινηματογραφιστής Patrick Keiller.

Χαρακτηριστικό ψυχογεωγραφικό απόσπασμα από το graphic novel του Allan Moore, Επισκέπτης από την Κόλαση

Χαρακτηριστικό ψυχογεωγραφικό απόσπασμα από το graphic novel του Allan Moore, Επισκέπτης από την Κόλαση

Μια χαρακτηριστική ψυχογεωγραφική κατάδυση στο Λονδίνο της βικτωριανής εποχής επιχειρήθηκε από τον Άλαν Μουρ στο δημοφιλές εικονογραφημένο μυθιστόρημα Επισκέπτης από την Κόλαση (1989-1996). Ο Μουρ μας προσκαλεί σε ένα σκοτεινό ταξίδι στον κόσμο του Τζακ του Αντεροβγάλτη και στις στυγερές δολοφονίες που αυτός διέπραξε. Το πρώτο τεύχος δημοσιεύτηκε το 1989 με αφορμή τα εκατό χρόνια από τον πρώτο φόνο στη συνοικία Whitechapel του Λονδίνου. Ο συγγραφέας πλέκει μοναδικά ένα κουβάρι συνομωσίας και μυστηρίου, στο οποίο εμπλέκει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλες σχεδόν τις γνώριμες προσωπικότητες που στιγμάτισαν με τη δράση τους το Λονδίνο εκείνης της εποχής και που άφησαν ζωντανό το αποτύπωμά τους ακόμα και σήμερα.

Εναλλακτικά, στοιχεία της ψυχογεωγραφίας ενός άλλου φανταστικού αστικού περιβάλλοντος, ως αντιπαραβολή του πραγματικού, βρίσκουμε σε μυθιστορήματα όπως τα Neverwhere (1996) και Un Lun Dun (2007) των Neil Gaiman και China Miéville αντίστοιχα. Για άλλη μια φορά στο κέντρο του ενδιαφέροντος βρίσκεται το Λονδίνο. Και οι δύο συγγραφείς δανείζονται στοιχεία από την τεχνική δημιουργίας φανταστικών κόσμων ως αντίστροφης προβολής του πραγματικού που πρώτος χρησιμοποίησε με μεγάλη επιτυχία ο Λίουις Κάρολ στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων (1865). Το Λονδίνο των δύο βιβλίων είναι ένας δυστοπικός κόσμος που υπάρχει παράλληλα με τον δικό μας. Οι ήρωες μεταπηδούν κατά λάθος στον Άλλο κόσμο και έρχονται αντιμέτωποι με μια σειρά από παράλογες εμπειρίες και συναντήσεις. Μέσα από αυτή την έξυπνη αλληγορία, οι δύο συγγραφείς επιτυγχάνουν ουσιαστικά να μας κάνουν να “δούμε” όλα εκείνα που καθημερινά διαφεύγουν επιμελώς της προσοχής μας και που ωστόσο αποτελούν ζωντανά κομμάτια της αστικής εμπειρίας.

Η ψυχογεωγραφία παρά τη μεγάλη λογοτεχνική παράδοση που έχει στη Μεγάλη Βρετανία δεν είναι βρετανικό φαινόμενο και θα ήταν λάθος να τη δούμε υπό αυτό το πρίσμα. Ιδιαίτερα επηρεασμένος από την ψυχογεωγραφία εμφανίζεται επίσης και ο Αμερικανός συγγραφέας Πολ Όστερ, ο οποίος στο τρίπτυχο έργο του Η Τριλογία της Νέας Υόρκης (Γυάλινη Πόλη, Φαντάσματα και Το Κλειδωμένο Δωμάτιο) (1985-86) χρησιμοποιεί την τεχνική αυτή για να αναδείξει υπαρξιακά θέματα και ζητήματα ταυτότητας μέσα από μια περίπλοκη μεταμοντέρνα γραφή. Οι ήρωες των ιστοριών του Όστερ επιδίδονται σε ενα ακραίο παιχνίδι αναζήτησης μέσα στην πόλη της Νέας Υόρκης, προσπαθώντας να πιαστούν από συνδέσεις, συνειρμούς και τυχαίες συναντήσεις. Με άλλα λόγια, κάθε μεγάλη μητροπολιτική πόλη με περίπλοκη γεωγραφία και πλούσιο ιστορικό μπορεί να αποτελέσει άρτιο καλλιτεχνικό καμβά για τη δημιουργία μιας ιστορίας με ψυχογεωγραφικές προεκτάσεις, είτε αυτή η πόλη λέγεται Αθήνα, Νέα Ορλεάνη, Σιγκαπούρη, Σανγκάη και ούτω καθεξής.

Μια ψυχογεωγραφική απεικόνιση της Chinatown του Λονδίνου από την Lizzie Mary Cullen

Ψυχογεωγραφική απεικόνιση της Chinatown του Λονδίνου από την Lizzie Mary Cullen

ΨΥΧΟΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

H ψυχογεωγραφία δεν είναι όμως απαραίτητα ένας αυθαίρετος όρος που δημιούργησαν κάποιοι διανοούμενοι για να αιτιολογήσουν απλά τους ράθυμους περιπάτους τους στην πόλη. Η μαγεία του όρου έγκειται στις εφαρμογές που μπορεί να έχει στην καθημερινότητά μας αλλά και στη αξιοποίησή του από όλους εμάς. Για να δούμε, λοιπόν, κάποιες τέτοιες εφαρμογές που σίγουρα θα μπορούσαμε να προσαρμόσουμε ή να εμπλουτίσουμε με δικές μας ιδέες.

To 2010 η σχεδιάστρια διαδραστικών παιχνιδιών Emilie Giles παρουσίασε το πρότζεκτ “Lost London”, ένα παιχνίδι που στόχο είχε να ενθαρρύνει τους Λονδρέζους να ανακαλύψουν και να περιπλανηθούν σε ξεχασμένα μέρη και σημεία της πόλης του Λονδίνου. Στην ιστοσελίδα του παιχνιδιού, η Giles παρείχε στους παίκτες τον διάσημο χάρτη του Μετρό του Λονδίνου στον οποίο είχε προσθέσει δεκατέσσερις εν αχρηστία σταθμούς. Οι παίκτες καλούνταν να τους ανακαλύψουν και να περιπλανηθούν ανάμεσά τους, παρατηρώντας παράλληλα οτιδήποτε αξιοπερίεργο αντίκριζαν. Για τους σκοπούς του παιχνιδιού, η Giles θέλησε να αξιοποιήσει τις δυνατότητες της τεχνολογίας και έτσι ζήτησε από τους παίκτες να καταγράφουν τις εμπειρίες και τις παρατηρήσεις τους μέσα από δημοφιλή κοινωνικά δίκτυα, όπως το Foursquare και το Twitter. Για όσους μάλιστα συμμετείχαν ενεργά η δημιουργός είχε φροντίσει να τους παρέχει ως επιβράβευση επιπλέον κρυφά μονοπάτια.

Το εγχειρίδιο του Ψυχογεωγραφικού περιπατητή

Το εγχειρίδιο του Ψυχογεωγραφικού περιπατητή

Από τον Ιανουάριο έως τον Απρίλιο του 2012, το Αμερικάνικο Γραφείο Άγνωστων Προορισμών (Bureau of Unknown Destinations), που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο μιας καλλιτεχνικής έκθεσης στη Νέα Υόρκη, καλούσε τον κόσμο να πειραματιστεί εξερευνώντας διάφορες εναλλακτικές διαδρομές. Για τους σκοπούς του πρότζεκτ διανεμήθηκαν στους συμμετέχοντες εισιτήρια επιστροφής με τρένο για μονοήμερες εκδρομές προς τυχαίους προορισμούς. Οι συμμετέχοντες δεν γνώριζαν εξ αρχής που επρόκειτο να βρεθούν γεγονός που τους παρείχε τη δυνατότητα να προσεγγίσουν τα μέρη στα οποία πήγαιναν χωρίς συγκεκριμένες σκέψεις και προσδοκίες, έτσι ώστε να μπορούν ανεπηρέαστοι να εξερευνήσουν όλα όσα αυτά είχαν να προσφέρουν. Το Γραφείο δημιούργησε παράλληλα ένα “εγχειρίδιο ψυχογεωγραφικών προορισμών” το οποίο στόχο έχει να προτρέψει τους ταξιδιώτες να λάβουν μέρος σε παρόμοιες εξορμήσεις. Το εγχειρίδιο παρέχει μια πληθώρα μεθόδων, διάφορες σκέψεις και συμβουλές γύρω από αυτή την πρακτική και ένα μικρό σημειωματάριο όπου ο ταξιδιώτης μπορεί να καταγράψει τις εμπειρίες και τις σκέψεις του. Το εγχειρίδιο είναι διαθέσιμο δωρεάν προς αποθήκευση, ανατύπωση και προσαρμογή στην επίσημη σελίδα του Γραφείου: http://unknowndestinations.org/.

Για τους φανς της τεχνολογίας, έχει επίσης δημιουργηθεί μια σειρά εφαρμογών για κινητά τηλέφωνα που υπόσχονται να βοηθήσουν τον χρήστη στις περιπλανήσεις του. Από τις πιο γνωστές διαθέσιμες δωρεάν εφαρμογές είναι οι Dérive app, Drift και Serendipitor. Κατεβάστε τες στο smartphone σας και πειραματιστείτε με τις επιλογές που σας παρέχουν.

Εϊναι γεγονός ότι αδυνατούμε ακόμα να αποδώσουμε με έναν συγκεκριμένο όρο την ψυχογεωγραφία καθώς αυτή συνεχίζει να ξεγλιστρά και να αναπτύσσεται όπως ακριβώς και η ίδια η πόλη που αποτελεί το πεδίο δράσης της. Αυτό που γίνεται όμως αρκετά σαφές είναι ότι πρόκειται για μια ολοζώντανη τεχνική που μπορούμε ακόμα και σήμερα να αξιοποιήσουμε και να διαμορφώσουμε στα μέτρα μας για να κάνουμε την αστική εμπειρία περισσότερο ουσιαστική. Όσο οι ρυθμοί και οι απαιτήσεις της ζωής μας μάς μετατρέπουν σε αυτόματα, τόσο περισσότερο γίνεται επιτακτική η ανάγκη της “αντίδρασης”. Η πόλη δεν μένει ποτέ ίδια, αλλάζει διαρκώς και εξελίσσεται και μαζί της εξελισσόμαστε κι εμείς είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι. Τι θα λέγατε, λοιπόν, να παίξουμε ένα παιχνίδι; Την επόμενη φορά που θα πάτε στη δουλειά γιατί δεν χωρίζετε τη διαδρομή που κάνετε κάθε μέρα σε νοητικά κομμάτια; Θέστε για κάθε ένα κομμάτι ένα στόχο, π.χ. για το πρώτο τμήμα μετρήστε πόσα δέντρα θα βρείτε στο δρόμο σας (οι πιο τολμηροί μπορείτε να αρχίσετε να κάνετε και μια νοητή καταγραφή των ειδών που αντικρίζετε), στο δεύτερο κομμάτι μετρήστε πόσα κόκκινα αυτοκίνητα θα δείτε παρκαρισμένα, στο τρίτο μετρήστε πόσα μπαλκόνια με λουλούδια θα βρείτε στο δρόμο σας και ούτως καθεξής. Μπορεί να σας φαίνεται ανόητο αλλά τέτοιου είδους ασκήσεις θα αυξήσουν την παρατηρητικότητά σας και θα σας κάνουν να προσέξετε πράγματα που μέχρι τότε αγνοούσατε. Και έτσι πια η καθημερινή βαρετή διαδρομή που αναγκαστικά ακολουθείτε μπορεί να μετατραπεί σε παιχνίδι…

ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΑΠΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ

Αν επιθυμείτε να γνωρίσετε τις σύγχρονες εφαρμογές της ψυχογεωγραφίας στην τέχνη παρακάτω ακολουθεί μία λίστα με κάποια χαρακτηριστικά έργα καλλιτεχνών που έχουν αναφερθεί παραπάνω. Να επισημανθεί βέβαια ότι αυτή είναι παρά μόνο μία εισαγωγική λίστα και δεν αποτελεί πλήρης καταγραφή όλων των τίτλων και των καλλιτεχνών που υπηρετούν αυτό το μονοπάτι.

  • Peter Ackroyd, Hawksmoor, 1985 (μυθιστόρημα)
  • Iain Sinclair, White Chappell, Scarlet Tracings, 1987 (μυθιστόρημα)
  • ————–, Lights Out for the Territory, 1997 (δοκίμια)
  • ————–, London Orbital, 2002 (δοκίμια)
  • ————–, London: City of Disappearances, 2006 (δοκίμια)
  • Will Self (& Ralph Steadman), Psychogeography, 2007 (δοκίμια)
  • Lizzie Mary Cullen, London Psychogeographies, 2007-2014 (visual art)
  • Paul Auster, The Trilogy of New York, 1985-86 (τρίπτυχο μυθιστόρημα)
  • Neil Gaiman, Neverwhere, 1996 (μυθιστόρημα)
  • China Miéville, Un Lun Dun, 2007 (μυθιστόρημα)

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

[1] Ivan Chtcheglov, “Formulaire pour un urbanisme nouveau”, Potlach, 1953.

[2] Guy Debord, “Introduction à une critique de la géographie urbaine“, Les lèvres nues, n°6, 1955.

[3] Merlin Coverley, Psychogeography, Pocket Essentials, 2010.wtc

[4] Rebecca Solnit, Wanderlust: A History of Walking, Verso, 2006.

[5] Walter Benjamin, Charles Βaudelaire: A Lyric Poet in the Era of High Capitalism, Verso, 1997.

H εισαγωγική φωτογραφία του άρθρου είναι του συγγραφέα Paul Sallivan από το blog του Slow Travel Stockholm.

Leave A Comment