ΠΟΛΥ ΚΑΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ, ΚΥΡΙΕ WHEDON

Σίγουρα ο Τζος Γουίντον ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των δημιουργών που μόνο προβλέψιμους δεν μπορεί να τους χαρακτηρίσει κανείς. Για ακόμα μια φορά έρχεται να ανατρέψει τα τετριμμένα, παρουσιάζοντας μια κινηματογραφική διασκευή της σαιξπηρικής κωμωδίας «Πολύ κακό για το τίποτα» που αποδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο τις αγνές καλλιτεχνικές του προθέσεις και την άρνησή του να εγκλωβιστεί στον κόσμο των χολιγουντιανών υπερπαραγωγών.

Στα διαλείμματα από τα γυρίσματα για τους «Εκδικητές», ο Γουίντον βρήκε έναν ομολογουμένως ασυνήθιστο τρόπο για να ξεκουράζεται. Σκέφτηκε λοιπόν να χαλαρώσει γυρίζοντας μια ταινία στο ίδιο του το σπίτι! Έτσι προέκυψε μέσα σε 12 ημέρες γυρισμάτων και με μηδαμινό προϋπολογισμό η ταινία «Πολύ κακό για το τίποτα». Η ταινία πρωτοπαρουσιάστηκε το 2012 στο Φεστιβάλ του Τορόντο συγκεντρώνοντας πλήθος επιδοκιμασιών από τους έκπληκτους θεατές και κριτικούς.

Ο Γουίντον μιλώντας για αυτή την εμπειρία τη χαρακτήρισε «τις καλύτερες διακοπές που έκανε ποτέ». Εμπνευσμένος από τις βραδιές «Σαίξπηρ» που εκείνος και η γυναίκα του οργανώνουν τακτικά στο σπίτι τους στη Σάντα Μόνικα με τη συνοδεία αγαπημένων φίλων, ο δημιουργός αποφάσισε να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη μια σύγχρονη διασκευή του κλασικού έργου του Σαίξπηρ που πραγματεύεται με αριστουργηματικό τρόπο την πάλη των δύο φύλων. Παρά το γεγονός ότι η ιστορία μεταφέρθηκε στο σήμερα, η πρόζα παραμένει πιστή στο πρωτότυπο έργο, τονίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη διαχρονικότητα της πένας του Βρετανού βάρδου.

Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους βρίσκουμε μια πλειάδα αγαπημένων ηθοποιών του Γουίντον, με τους οποίους έχει συνεργαστεί πολλές φορές στο παρελθόν τόσο σε τηλεοπτικές παραγωγές («Buffy, the Vampire Slayer»,  «Angel», «Firefly», «Dollhouse») όσο και σε άλλες κινηματογραφικές προσπάθειες («Το μικρό σπίτι στο δάσος»). Μια επιλογή που σίγουρα δεν ξένισε ούτε τους ειδικούς πάνω στο σαιξπηρικό έργο, δεδομένης της άρτιας υποκριτικής ικανότητας που επέδειξαν οι ηθοποιοί, αλλά ούτε και τους εκατομμύρια θαυμαστές του δημιουργού που είδαν και πάλι τους αγαπημένους τους ηθοποιούς επί το έργον.

Ασπρόμαυρη, στιλιστικά απέριττη και βαθύτατα αληθινή, η προσέγγιση του Γουίντον φαίνεται να πηγάζει περισσότερο από μια βαθιά αγάπη και αφοσίωση στο έργο του Σαίξπηρ, παρά από μια ανάγκη επίδειξης του ίδιου του δημιουργού. Υπό αυτό το πρίσμα, η ταινία διακατέχεται από μια απρόσμενη φρεσκάδα που σίγουρα δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη, ακόμα και από εκείνους που ενδεχομένως να είναι επιφυλακτικοί απέναντι στις προθέσεις και τις δυνατότητες ενός σκηνοθέτη «μαζικής κατανάλωσης».

Το συγκεκριμένο άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στη στήλη F... for Fantasy του εβδομαδιαίου ένθετου του Ελεύθερου Τύπου, Φαινόμενα, στο τεύχος αρ. 139.

Leave A Comment