ΛΙΓΟ ΑΠΟ ΤΟ ΑΙΜΑ ΣΟΥ

“Με τον Ιερώνυμο ντε Μπιουτ αποχαιρετηθήκαμε με την ίδια αλλόκοτη χειρονομία -το πιάσιμο του αγκώνα- προτού βρω την ευκαιρία να ρωτήσω για την Λύντια κάτι περισσότερο από ένα βιαστικό ‘Τι κάνει η Λύντια;’ και ‘Μένει ακόμα στο Λονδίνο;’ και να πάρω μονολεκτικές απαντήσεις: ‘Καλά’ και ‘Ναι’. Και χωρίσαμε προτού αποφασίσω αν ήθελα να ξαναδώ, ή να ζητήσω τουλάχιστον τον αριθμό του τηλεφώνου του* προτού μαντέψω αν ήθελε να ξαναϊδωθούμε εκείνος.

Δεν πήγα στο Πάρκο* άλλωστε, είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει. Αγγλικό καλοκαίρι: αρχίζει στο τέλος Ιουλίου, τελειώνει στην αρχή Αυγούστου. Στράφηκα προς τα βόρεια και περπάτησα με γρήγορο βήμα μέχρι το σπίτι* όταν έκλεισα πίσω μου την πόρτα, δεν ήξερα αν η ταχυκαρδία οφειλόταν στο περπάτημα ή στην αναστάτωση που μου είχε προκαλέσει η συνάντηση με τον Ιερώνυμο. Όπως και να είχε, έγραψα αυτό το βιβλίο, το τέταρτο της ζωής μου (το τρίτο βρίσκεται ακόμα στο συρτάρι* δεν θέλησα να το εκδώσω* ίσως εξηγήσω αργότερα το γιατί* ίσως και να μην εξηγήσω): πάντως, σε τούτο το βιβλίο -που μοιάζει με μυθιστόρημα αλλά δεν είναι* είναι το χρονικό της ζωής μας- πρωταγωνιστούν ο Ιερώνυμος ντε Μπιουτ, η μικρή μου αδερφή Μπέθανυ και ο τρελός μου πατέρας Ρόναλντ Ρ. Σταμπς, που το σωτήριο έτος 1930 μετανάστευσε στην Ανατολική Αφρική για να καλλιεργήσει χρυσάνθεμα”.

Τι να πει κανείς για τη γραφή της Σώτης Τριανταφύλλου; Κατά την ταπεινή μου γνώμη, πρόκειται για την καλύτερη σύγχρονη Ελληνίδα συγγραφέα. Δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι η Σώτη δεν αφηγείται απλά ιστορίες αλλά της ζωγραφίζει, γεγονός που την φέρνει πολύ μπροστά από τα μυθιστορήματα του συρμού που έχουν καταντήσει να είναι κακογραμμένα σενάρια. Αυτό που μου αρέσει στα βιβλία της είναι ότι το κάθε ένα από αυτά έχει συγκεκριμένη άποψη, χαρακτήρα και ατμόσφαιρα, η οποία δεν περιορίζει τους ήρωες αλλά κινείται γύρω τους και μαζί τους. Όταν διαβάζεις κάποιο βιβλίο της είσαι εκεί και δεν σ’ αφήνει να χαθείς κάπου αλλού, ζεις μεσα στον κόσμο που πλάθει χωρίς όμως να χρειάζεται να σου δώσει περιττές πληροφορίες. Κι ας μην έζησες ποτέ στις εποχές ή στους τόπους που περιγράφει…

Μεγάλοι συγγραφείς είναι για μένα εκείνοι που σε κάνουν να λατρεύεις τη λογοτεχνία, που σε κάνουν να ζηλεύεις το ταλέντο τους και να σκέφτεσαι ότι είναι ένα δώρο που θα ήθελες πολύ να είχες κι εσύ. Αυτό αισθάνομαι κάθε φορά που διαβάζω κάποιο από τα βιβλία της. Την ζηλεύω και την θαυμάζω, γι’ αυτό και την θεωρώ άξια εκπρόσωπο της ελληνικής λογοτεχνίας αλλά και από τις ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις αυτού του τόπου. Τώρα που το σκέφτομαι ποτέ άλλοτε δεν ζήλεψα Έλληνα συγγραφέα…

Το μυθιστόρημά της, το έβδομο κατά σειρά, με τον ιδιαίτερο τίτλο “Λίγο από το αίμα σου” είναι ίσως το καλύτερο βιβλίο που έχει γράψει μέχρι τώρα. Η γραφή της κυλάει γρήγορα, όσο πρέπει, οι ατάκες διαδέχονται η μία την άλλη, οι ήρωες εξελίσσονται όσο τους επιτρέπεται από τον αφηγητή, τα σημεία στίξης συνοδεύουν αριστοτεχνικά το συναίσθημα που θέλει να μεταφέρει η συγγραφέας ενώ δεν λείπουν και τα λογοτεχνικά τερτίπια, όπως ο περίεργος τρόπος με τον οποίο εξελίσσεται η αφήγηση (δεν θα μπω σε λεπτομέρειες για να μη χαλάσω τη μαγεία της ανάγνωσης σε όσους δεν το έχουν ακόμα διαβάσει). Και όλα αυτά τα καταφέρνει η Σώτη χωρίς να κάνει κάποιο λάθος, χωρίς να κουράσει τον αναγνώστη. Ειλικρινά λυπήθηκα όταν έφτασα στην τελευταία σελίδα. Σίγουρα θα επιστρέψω σύντομα στον κόσμο του Ευγένιου Σταμπς, του αφηγητή, για μια δεύτερη, ακόμα πιο προσεχτική ανάγνωση.

Παραθέτω ένα απόσπασμα μέσα στο οποίο συνοψίζεται όλη η ουσία του βιβλίου, της λογοτεχνίας, της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης :

“Αν έγραψα αυτό το πολυσέλιδο σημείωμα, είναι επειδή δεν κατάφερα να γράψω ένα συντομότερο. Κι αν αυτή τη στιγμή θέλω να το σκίσω, είναι επειδή σκίζοντας τα βιβλία -όπως κάνουν οι μαθητές την τελευταία μέρα πριν από τις σχολικές διακοπές -καταλαβαίνεις το μυστήριό τους: ακόμα και η πιο αριστοτεχνική γραφή αφήνει κενά, ρωγμές και χάσματα μέσα από τα οποία η πραγματικότητα έρπει, αστράφτει και τινάζεται* ο κόσμος είναι όπως εσύ ο ίδιος”.

Το μυθιστόρημα “Λίγο από το αίμα σου” της Σώτης Τριανταφύλλου κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη.

To συγκεκριμένο κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στο blog μου, Savage Garden, που διατηρούσα στον blogger την περίοδο 2008-2010.

Leave A Comment